Η ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στην Ελλάδα

harassment_91576aτου Θεοδωρου Π. Παπαθεοδωρου
Τα δημοσιεύματα στα «Ενθέματα», τις δύο τελευταίες Κυριακές^1^, για το ζήτημα της ποινικοποίησης της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία καταδεικνύουν αφενός το ενδιαφέρον για ένα κοινωνικό φαινόμενο το οποίο είναι υπαρκτό, παρά τη μέχρι σήμερα νομική αποσιώπησή του στην Ελλάδα και αφετέρου τον προβληματισμό για την ορθότητα και τη σκοπιμότητα των επιλογών του νομοθέτη. Ως συνέχεια του εν λόγω προβληματισμού θα ήθελα να σταθώ σε μερικά σημεία της πρόσφατης ρύθμισης, η οποία μεταξύ νομοθετικής αστοχίας και μετάφρασης χάνει μεγάλο μέρος του δικαιοπολιτικού της βάρους

Πράγματι, με το Ν. 3488/2006 θεσπίστηκαν ρυθμίσεις για την αποτελεσματικότερη κατοχύρωση της αρχής της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών και την ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης στην εργασία, προσαρμόζοντας, έτσι, το εθνικό δίκαιο στις διατάξεις της Οδηγίας 2002/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Σεπτεμβρίου 2002^2^.

Στη σχετική μελέτη μας^3^ είχαμε αναλύσει τα ευρήματα της πρώτης πανελλήνιας εμπειρικής έρευνας αναφορικά με τις κοινωνικές διαστάσεις του φαινομένου^4^, είχαμε τονίσει την ανάγκη ποινικοποίησης της εν λόγω συμπεριφοράς και διατυπώσει συγκεκριμένη πρόταση^5^, βασισμένη στη συγκριτική ανάλυση των νομοθετικών πλαισίων άλλων ευρωπαϊκών χωρών και εντεταγμένη στα δεδομένα του εθνικού ποινικού δικαίου.

Εντούτοις, αναφορικά με το ζήτημα του ορισμού και της ποινικοποίησης της σεξουαλικής παρενόχλησης, ο νέος νόμος αποδεικνύεται ασαφής, ανεπαρκής και σε ορισμένα σημεία του ασύμβατος με τα δεδομένα του ελληνικού ποινικού δικαίου.

Ειδικότερα, ο νομοθέτης εισάγει στο εθνικό δίκαιο έναν ορισμό της σεξουαλικής παρενόχλησης ο οποίος αποτελεί την κατά λέξη μετάφραση του ορισμού της Οδηγίας 2002/73/ΕΚ. Έτσι, ως σεξουαλική παρενόχληση νοείται πλέον, σύμφωνα, με το άρθρο 3 του νόμου, |«η εκδήλωση οποιασδήποτε μορφής ανεπιθύμητης λεκτικής, μη λεκτικής ή σωματικής συμπεριφοράς σεξουαλικού χαρακτήρα, με σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας ενός προσώπου, ιδίως με τη δημιουργία εκφοβιστικού, εχθρικού, εξευτελιστικού, ταπεινωτικού ή επιθετικού περιβάλλοντος»|.

Η πρώτη παρατήρηση που μπορούμε εύλογα να διατυπώσουμε είναι σχετική με την ορολογία που υιοθετεί ο νομοθέτης, προσδιορίζοντας παράλληλα την ειδική υπόσταση του εγκλήματος της σεξουαλικής παρενόχλησης. Όπως ορθά τονίζει στην Έκθεσή της επί του σχετικού νομοσχεδίου η Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών της Βουλής^6^, η θέσπιση ποινικών κανόνων πρέπει να στηρίζεται σε σαφείς διατάξεις, που να περιγράφουν σταθερά και λεπτομερώς την αξιόποινη συμπεριφορά. Στην περίπτωση όμως του άρθρου 3 του Νόμου, ο ορισμός περιλαμβάνει αξιολογικές έννοιες άγνωστες στο ελληνικό ποινικό δίκαιο. Ο νόμος όμως στηρίζεται πάντα στις λέξεις που τον συγκροτούν.

Έτσι, η χρήση όρων όπως «λεκτική», «μη λεκτική», «σωματική συμπεριφορά», «συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα», «εκφοβιστικό», «εχθρικό, εξευτελιστικό, ταπεινωτικό ή επιθετικό περιβάλλον» χαρακτηρίζονται από αοριστία και δεν αποδίδουν με ακρίβεια τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος. Συνιστούν την απλή απόδοση στα ελληνικά των όρων της Οδηγίας, οι οποίοι όμως στα άλλα δίκαια των ευρωπαϊκών χωρών έχουν προσαρμοστεί στους κανόνες του εθνικού ποινικού δόγματος^7^.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τον προβληματισμό σχετικά με το τι θέλει τελικά να ποινικοποιήσει ο νομοθέτης, έστω μεταφράζοντας την Οδηγία. Έτσι, μπορούμε κάλλιστα να αναρωτηθούμε για το ακριβές περιεχόμενο του όρου «μη λεκτική συμπεριφορά» ή για το αν στη «συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα» εμπίπτει κάθε πρόταση ή κίνηση με ερωτικό περιεχόμενο; Ποινικοποιείται το νεύμα ή ακόμη και η εκδήλωση της ερωτικής διάθεσης; Ποινικοποιείται η επιδίωξη κάποιου/ας να επικοινωνήσει τα ερωτικά αισθήματά του/της σε άλλον/η και δεν βρίσκει ανταπόκριση, αλλά δεν έχει ως σκοπό τη δημιουργία αρνητικού εργασιακού περιβάλλοντος; Πώς καταδεικνύεται η πρόθεση του δράστη, εφόσον ο νόμος κάνει λόγο μόνο για σκοπό ή αποτέλεσμα; Τέλος, αρκεί η μοναδική έκφραση και απόκρουση μίας οποιασδήποτε από τις παραπάνω συμπεριφορές για να στοιχειοθετηθεί η παρενόχληση, ή χρειάζεται η επανάληψή της πράξης ώστε να καταδειχθεί ο ανεπιθύμητος χαρακτήρας της συμπεριφοράς; Οι εν λόγω αοριστίες οδηγούν, ουσιαστικά, στην ακύρωση του εγχειρήματος της αναγνώρισης της σεξουαλικής παρενόχλησης ως ποινικού αδικήματος και στη δημιουργία σύγχυσης ως προς το ακριβές ποινικό μέγεθος της πράξης που ορίζεται στο νόμο.

Η τελευταία παρατήρηση είναι σχετική με την ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης. Θεωρείται τουλάχιστον οξύμωρο το γεγονός ότι ο νομοθέτης ποινικοποιεί τελικά διαφορετική πράξη από αυτή που έχει ορίσει στο άρθρο 3. Έτσι, το άρθρο 16 παρ. 4 υπό τον τίτλο «Διοικητικές και ποινικές κυρώσεις» προβλέπει ότι |«όποιος τελεί την πράξη της παραγράφου 1 του άρθρου 337 του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ), εκμεταλλευόμενος την εργασιακή θέση του παθόντος ή τη θέση του προσώπου που έχει ενταχθεί σε διαδικασία αναζήτησης θέσης εργασίας διώκεται κατ’ έγκληση και τιμωρείται με φυλάκιση από έξι (6) μήνες μέχρι τρία (3) χρόνια και με χρηματική ποινή τουλάχιστον χιλίων (1000) ευρώ»|. Υπό αυτήν τη διατύπωση, φαίνεται ότι στον νόμο συνυπάρχουν δύο ορισμοί για τη σεξουαλική παρενόχληση: ένας αυτός του άρθρου 3 και ένας αυτός του άρθ. 16 παρ. 4 που παραπέμπει στο 337 παρ. 1 του ΠΚ. Είναι γνωστό ότι το εν λόγω άρθρο αφορά την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. Επομένως, ο νομοθέτης συνδέει τη σεξουαλική παρενόχληση με την εν λόγω προσβολή. Κατά την κυρωτική διάταξη, το έννομο αγαθό που προσβάλλεται είναι η αξιοπρέπεια του ατόμου στον τομέα της γενετήσιας ελευθερίας. Είχαμε αναλύσει διεξοδικά στη μελέτη μας τους λόγους για τους οποίους η χρήση του άρθρου 337 ΠΚ θα ήταν ίσως αδόκιμη για την ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης^8^.

Η |προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας| αναφέρεται στο έννομο αγαθό της τιμής^9^, προστατεύει την αξιοπρέπεια στο πεδίο της γενετήσιας ζωής, αλλά προϋποθέτει |βάναυση| προσβολή της αξιοπρέπειας του ανθρώπου, δηλαδή μια ιδιαίτερα αγενή και προσβλητική συμπεριφορά. Η σεξουαλική παρενόχληση δεν μπορεί να ανταποκρίνεται πάντα σε μία τέτοια συμπεριφορά . Στο βαθμό δε που το 337 ΠΚ αναφέρεται σε προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις ή πράξεις ή χειρονομίες που ενέχουν σωματική επαφή δράστη και θύματος και κινήσεις που υποδηλώνουν ασελγή πράξη, η χρήση του για την ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης μπορεί να παραβιάζει, σε ορισμένες περιπτώσεις, κάθε νομική, αλλά και κοινή λογική. Άλλωστε, η ασελγής πράξη πρέπει να αποτελεί κατά τα εξωτερικά της γνωρίσματα εκδήλωση της γενετήσιας ζωής^10^, κάτι το οποίο απομακρύνεται αρκετά –ή δεν καλύπτεται πάντα– από τον όποιο ορισμό, αλλά και την κοινωνική πραγματικότητα της σεξουαλικής παρενόχλησης. Το άρθ. 337 παρ. 1 του ΠΚ δεν μπορεί να καλύπτει ταυτόχρονα την προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας και τη σεξουαλική παρενόχληση, έστω και με τη διάσταση του άρθ. 16 παρ. 4 του νόμου. Και τούτο γιατί η σεξουαλική παρενόχληση δεν εκδηλώνεται απαραίτητα με σωματική επαφή (αγγίγματα) ή προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, γεγονός το οποίο ο νομοθέτης επιχειρεί να στοιχειοθετήσει με τον ασαφή όρο «συμπεριφορά σεξουαλικού χαρακτήρα». Ακόμη και αν στο πεδίο του άρθ. 337 ΠΚ εμπίπτουν σαφώς, εκτός από τις χειρονομίες, και οι προτάσεις που αφορούν ασελγείς πράξεις, τούτο δεν αρκεί για να περιγράψει επαρκώς το ποινικό μέγεθος της σεξουαλικής παρενόχλησης. Οι λεκτικές πιέσεις, ο εκβιασμός, οι φορτικές προκλήσεις ή οι απειλές για δυσμενέστερη εργασιακή μεταχείριση σε περίπτωση άρνησης εκ μέρους του θύματος θα πρέπει να αρκούν για να στοιχειοθετηθεί η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

Συμπερασματικά, θα καταλήγαμε ότι η διατύπωση για την ποινικοποίηση της σεξουαλικής παρενόχλησης, καθώς και οι ασάφειες, οι αοριστίες και οι αντιφατικοί ορισμοί που εμπεριέχονται στις ρυθμίσεις του νέου νόμου ήταν τουλάχιστον άστοχες. Το γράμμα του νόμου χάθηκε στη μετάφραση. Το εγχείρημα του νομοθέτη μοιάζει πρόχειρο και σίγουρα ανεπαρκές για την αποτελεσματική προστασία των θυμάτων, των οποίων τα δικαιώματα δεν έχουν φύλο.

|Ο Θεόδωρος Π. Παπαθεοδώρου διδάσκει αντεγκληματική πολιτική στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου|

1. Α. Γούλιαρου, Μ. Στρατηγάκη, «Ο νόμος για τη σεξουαλική παρενόχληση. Νομικές ή κοινωνικές αντιδράσεις;», |Ενθέματα|, 17.9.2006~ Ε. Πατρικίου, «Το σύνδρομο της γυναίκας του Πετεφρή και ένα έγκλημα που δεν έχει όνομα», |Ενθέματα|, 24.92006~ Ι. Καμτσίδου, «Λογική και υπερευαισθησία: Ο νόμος για τη σεξουαλική παρενόχληση», |Ενθέματα|, 24.92006.

2. Υπήρχε υποχρέωση προσαρμογής του εθνικού δικαίου στην Οδηγία από τον Νοέμβριο του 2005.

3. Β. Αρτινοπούλου, Θ. Παπαθεοδώρου, |Η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία|, Νομική Βιβλιοθήκη, 2006

4. |Στο ίδιο|, σ. 101 κ.ε.

5. |Στο ίδιο|, σ. 91 κ.ε.

6. Βουλή των Ελλήνων, Διεύθυνση Επιστημονικών Μελετών, Έκθεση επί του νομοσχεδίου, σ. 7.

7. Β. Αρτινοπούλου, Θ. Παπαθεοδώρου, |Η σεξουαλική παρενόχληση στην εργασία|, ό.π., σ. 73 κ.ε.

8. |Στο ίδιο|, σ. 90.

9. Ι. Μανωλεδάκης, |Το έννομο αγαθό|, Σάκκουλας, 1998, σ. 201.

10. Ν. Παρασκευόπουλος, |Οι έννοιες των ηθών και της ασέλγειας στα εγκλήματα κατά των ηθών|, 1979, σ. 160.

http://www.avgi.gr/NavigateActiongo.action?articleID=291005

  • Share/Bookmark

Filed Under: FeaturedΠΑΡΕΜΒΑΣΕΙΣ

Tags:

RSSComments (0)

Trackback URL

Leave a Reply




If you want a picture to show with your comment, go get a Gravatar.

Better Tag Cloud